in ,

Μαρινέλλα: Πρωτοπόρος σε όλα, μύθος για πάντα

Ολοι ξέρουν ότι ποτέ δεν αισθάνθηκα μύθος ώστε να φροντίσω να τον κρατάω ζωντανό. Το μόνο που κρατάω ζωντανό είναι το όραμά μου για το καλό ελληνικό τραγούδι, το οποίο, θέλω να πιστεύω, το υπηρετώ με όλη μου την ψυχή», μας λέει η Μαρινέλλα όταν τη ρωτάμε πώς νιώθει ως ένας ζωντανός μύθος που φέρει στις πλάτες της όλη την ιστορία του ελληνικού τραγουδιού – και όχι μόνο. Η σεμνότητα και η απλότητα που τη χαρακτηρίζουν δεν επιτρέπουν, ούτε στιγμή, περιθώριο σε υποχωρήσεις, ούτε συμβιβασμούς με το μέτριο και το λίγο. Αν, όμως, θελήσεις να μάθεις ποιο είναι το μυστικό της και τι θα γινόταν αν δεν είχε γίνει τραγουδίστρια, θα αποφύγει να σου πει με ακρίβεια γιατί δεν θέλει να παραλείψει καμία στιγμή της μεγάλης καριέρας της προτιμώντας να αφήσει όλες τις κακές πίσω: «Κρατάω τις ωραίες στιγμές και τις κακές τις έχω ήδη ξεχάσει», μας λέει χαρακτηριστικά περιγράφοντας μια καριέρα 65 χρόνων, που ξεκίνησε από νωρίς, από την εφηβεία.

Ισως γι’՚αυτό δεν μπορεί να θυμηθεί τη ζωή της έξω και πέρα από το τραγούδι, αφού δεν είχε κλείσει καν τα 17 όταν βρέθηκε να συμμετέχει ως ηθοποιός με τον θίασο της Μαίρης Λωράνς μαζί με τους ανερχόμενους τότε Κώστα Βουτσά και Μάρθα Καραγιάννη και να αντικαθιστά την τραγουδίστρια του θιάσου ένα βράδυ που αρρώστησε. Γνωρίζοντας όλα τα τραγούδια απέξω, κλήθηκε εκείνη τη βραδιά να ερμηνεύσει τα «Ο άνθρωπός μου» της Σοφίας Βέμπο και «Μαλαγκένια», που ήταν το γνωστό γερμανικό τραγούδι της Κατοχής. Κάπως έτσι, από εκείνη τη βραδιά, ξεκίνησαν όλα. Η φωνή της έκτοτε στόλισε μερικές από τις γνωστές στιγμές του ελληνικού τραγουδιού: από τα λαϊκά που ερμήνευσε με τον άλλοτε σύντροφό της Στέλιο Καζαντζίδη μέχρι τα ένδοξα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη αλλά και τις πρωτοποριακές στιγμές του Ντέμη Ρούσου.


Με το όνομα της συνδέθηκαν οι πιο όμορφες εικόνες από τις ελληνικές ταινίες, οι νοσταλγικοί καιροί της Πλάκας από τότε που εμφανιζόταν στις μπουάτ μαζί με τον Δημήτρη Μητροπάνο, αλλά και η μετέπειτα παρουσία του Γιώργου Νταλάρα στη σκηνή, ο οποίος ήταν ουσιαστικά επιλογή της Μαρινέλλας. Οπως είχε δηλώσει κάποια στιγμή ο τελευταίος, η δεκαετία του ՚’70 ανήκει ουσιαστικά, σχεδόν ολόκληρη, σε εκείνη, όπως και οι επόμενες δεκαετίες τις οποίες σφράγισε με τον δικό της τρόπο.
H στενή σχέση με το θέατρο

Το ίδιο, όμως, μπορεί κανείς να πει και για τη σημερινή χιλιετία, που τη βρίσκει ακμαία και δυναμική να πρωταγωνιστεί στην τηλεοπτική σειρά του Κουτσομύτη «Υστερα ήρθαν οι μέλισσες», να ανεβαίνει στη σκηνή για να γιορτάσει τα πενήντα χρόνια του Μίμη Πλέσσα σε αξέχαστη παρουσία στο Ηρώδειο, όπου εμφανίστηκε ξανά το 2008 αλλά και πέρυσι μαζί με τον Μάριο Φραγκούλη.


Ο σπουδαίος αυτός χώρος είναι έτοιμος να υποδεχθεί για μία ακόμα φορά τη Μεγάλη Κυρία του ελληνικού τραγουδιού και δεν μπορούμε να μην τη ρωτήσουμε αν νιώθει τη βαρύτητά του: «Για κάθε καλλιτέχνη, κακά τα ψέματα, το Ηρώδειο είναι ένας χώρος μαγικός, με φοβερή ενέργεια. Πιστεύω ότι και το ίδιο το κοινό απολαμβάνει μια παράσταση στο Ηρώδειο με μεγαλύτερο δέος. Στις 29 Αυγούστου, λοιπόν, έχουμε ετοιμάσει ένα πρόγραμμα με αγαπημένα τραγούδια, δικά μου και ξένα, τα οποία έχει ενορχηστρώσει υπέροχα ο Αλέξης Πρίφτης. Θα με συνοδεύει η συμφωνική Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών και το αποτέλεσμα νομίζω θα είναι μοναδικό. Θέλω πάρα πολύ να το απολαύσει ο κόσμος», μας δηλώνει ενθουσιασμένη που θα επικοινωνήσει για ακόμα μία φορά ζωντανά με το κοινό της, που δεν έχει πάψει να εκφράζει την αγάπη του. Ισως γιατί αισθάνεται ότι η Μαρινέλλα δεν είναι μόνο μια σπουδαία φωνή, αλλά μια γυναίκα που τραγουδάει με την ψυχή της, αυτή που συνοδεύει κάθε της εμφάνιση και κάθε εκδοχή της καριέρας και της ζωής της, που δεν τσιγκουνεύτηκε ποτέ γενναιοδωρία και συναισθήματα.

Πάντοτε, άλλωστε, στο μυαλό μας έρχεται ως μια γυναίκα που ανέκαθεν συνέδεε το θέατρο με το τραγούδι και τον κινηματογράφο όχι απλώς ως τραγουδίστρια αλλά ως ολοκληρωμένη περφόρμερ. Τη ρωτάμε αν θεωρεί πως είναι προϋπόθεση για μια ερμηνεύτρια να έχει περάσει κάποια στιγμή από το θέατρο ή τον κινηματογράφο. «Δεν θα έλεγα ότι η εμφάνιση σε θέατρο και κινηματογράφο είναι προϋπόθεση, αλλά σίγουρα είναι μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τον καλλιτέχνη, όταν μπορεί να εκφράζεται σε όλα τα παραπάνω μέσα. Πιστεύω ότι οι εμφανίσεις στο θέατρο βοηθούν πάρα πολύ στο πώς να βάλεις το δικό σου συναίσθημα στο κάθε τραγούδι».

Μας εξομολογείται ότι θαυμάζει τους ηθοποιούς, «τους οποίους παρακολουθώ και παρακολουθούσα πάντα με πολύ ενδιαφέρον», θυμίζοντάς μας ότι ξεκίνησε από το θέατρο, όταν στα πρώτα βήματα της καριέρα της εμφανίστηκε δίπλα στη Ρένα Βλαχοπούλου, τη Χρυσούλα Ζώκα και τον Μανώλη Καστρινό παίζοντας σε σατιρικές ρεβί, όπως τη «Μαντάμ Ορτάνς & ΣΙΑ» στην περίφημη πλακιώτικη μπουάτ «Μοστρού».

Ηταν μόλις το 1966 και μέσα σε λίγα χρόνια, δηλαδή μέχρι το 1969, η Μαρινέλλα είχε ήδη εμφανιστεί στο θέατρο αλλά και σε κινηματογραφικές ταινίες, όπως «Ησαΐα, μη χορεύεις«, «Η Παριζιάνα» κ.ά. Σταδιακά άρχισε μάλιστα να μεταμορφώνεται και από ντροπαλό μελαχρινό κορίτσι που καθόταν πάντοτε σιωπηλή, όπως επιβαλλόταν να κάνουν τότε οι γυναίκες που συνόδευαν τους άνδρες στις εμφανίσεις στο πάλκο και στις ταινίες και μάλιστα πάντα πίσω και στο πλευρό του άνδρα, πέταξε μακριά τις καρέκλες, σηκώθηκε όρθια, χόρεψε, τα έκανε όλα άνω κάτω. Κούρεψε και το μαλλί αγορίστικο, το έβαψε ξανθό και έμελλε κυριολεκτικά να γίνει η αμαζόνα της πίστας, όχι αυτής που ήξεραν όλοι αλλά αυτής που επέβαλε η ίδια εισάγοντας και πάλι, για πρώτη φορά, μεγάλες ορχήστρες στη νυχτερινή διασκέδαση στις λαϊκές εμφανίσεις, προσθέτοντας θεατρικούς προβολείς -να άλλο ένα σημείο θεατρικότητας- και αντικαθιστώντας το επιβεβλημένο σχεδόν σπάσιμο των πιάτων με γαρδένιες. Ιδού η αβρότητα της Μαρινέλλας στη σκληρή εποχή της (λαϊκής) νύχτας.

Η γυναικεία χειραφέτηση

Αυτόματα επομένως η συζήτηση έρχεται στη γυναικεία χειραφέτηση, την οποία εκείνη υιοθέτησε όταν ακόμα τα λεξικά δεν είχαν εφεύρει τη λέξη. Τόλμησε να χωρίσει με τον Καζαντζίδη και στη συνέχεια να κάνει παιδί εκτός γάμου σε εποχές που κάτι τέτοιο θεωρούνταν αδιανόητο, με τον επιχειρηματία και πρωταθλητή της ιππασίας Φρέντυ Σερπιέρη, την πολυαγαπημένη κόρη της Τζορτζίνα. Τη ρωτάμε αν καταλάβαινε ότι ήταν πρωτοπόρος όταν τολμούσε να ανοίγει τον δρόμο στις γυναίκες και όντως συμφωνεί ότι ήταν πολύ τολμηρό να εμφανίζεται στη σκηνή κυριολεκτικά λίγο πριν γεννήσει.

«Η αλήθεια είναι ότι για την εποχή μου ήμουν πολύ πρωτοποριακή, όχι μόνο σε αυτό, σε ΟΛΑ!» είναι η απάντησή της υπερτονίζοντας το γεγονός ότι δεν υπήρξε τομέας όπου να μην τόλμησε να φέρει τα πάνω κάτω. Δεν μάσαγε, ούτε υπολόγιζε τις αντιδράσεις, ακριβώς επειδή ήξερε πως σε ό,τι κάνει είναι αληθινή. Ηταν εκείνη που πρωτοτόλμησε, για παράδειγμα, το 1970, να γυρίσει φιλμάκι με σκηνοθέτη τον Ζεράρ Σαχινιάν στη Μύκονο για την προβολή της Ελλάδας σε όλο τον κόσμο, όπου με φόντο τους μυκονιάτικους μύλους τραγουδούσε συνθέσεις του Ζαμπέτα, του Πλέσσα και του Πετρίδη στα αγγλικά, στα γαλλικά και τα ελληνικά. Επίσης ερμήνευσε με μεγάλη συμφωνική ορχήστρα την «Κυρα-Γιώργαινα» των Κατσαρού και Πυθαγόρα στο V Festival International da Cancao Popular στο Ρίο ντε Τζανέιρο, όπου κατέκτησε την τέταρτη θέση ανάμεσα σε 38 συμμετοχές. Τέσσερα χρόνια αργότερα θα βρεθεί στον διαγωνισμό της Eurovision με το αλησμόνητο «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου», την ίδια εποχή που οι Abba θα κατακτούσαν την Ευρώπη με το δικό τους «Βατερλό» (Waterloo).

Ως συνεπής πρωτοπόρος θα ζητήσει, επίσης, από τον Ντέμη Ρούσσο, ο οποίος διακρινόταν τότε για την άκρως πειραματική μουσική του, να τραγουδήσει κομμάτια του. Εκείνος θα δεχτεί και έτσι η Μαρινέλλα θα παντρέψει, για μία ακόμα φορά, το ελληνικό με το διεθνές, και θα ερμηνεύσει μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του τραγουδιστή όπως το «Ντρίγκι, ντρίγκι, μάνα μου» αλλά και το «Πού πάνε εκείνα τα παιδιά» και το διάσημο πλέον «From souvenirs to souvenirs». Η Μαρινέλλα βρίσκεται κυριολεκτικά παντού. Την ίδια εποχή, το 1973, παντρεύεται τον Τόλη Βοσκόπουλο, όχι σε εκκλησία αλλά στο διαμέρισμά της στο Παγκράτι! Η λέξη «επανάσταση» είναι μονίμως γραμμένη σε κάθε κεφάλαιο της συναρπαστικής ζωής της και όπως μας λέει έχει πλήρη επίγνωση γι’ αυτό.
Η εποχή της απομυθοποίησης

Ωστόσο συμφωνεί ότι αυτές οι μυθικές εποχές έχουν περάσει, κυρίως γιατί αυτό που ζούμε δεν τις ευνοεί, όχι τόσο γιατί φταίνε οι καλλιτέχνες. Γι’ αυτό δεν γράφονται και μεγάλα τραγούδια όπως αυτά που έχει ερμηνεύσει στην καριέρα της: «Γιατί ο κόσμος έχει αλλάξει, τα καθημερινά προβλήματα έχουν πνίξει τους ανθρώπους και γενικά υπάρχει μια δυσφορία και μελαγχολία στις μέρες μας. Ετσι και η τέχνη, ακολουθεί το ύφος των καιρών που ζούμε».

Αλλά η ίδια δεν το βάζει κάτω και εξακολουθεί να τραγουδάει θυμίζοντάς μας ότι το τραγούδι δεν μπορεί να γίνει μεγάλο αν δεν υπάρχει ψυχή. Τη ρωτάω αν εξακολουθεί να αντλεί χαρά γενικότερα στη ζωή της και δηλώνει ότι αντλεί χαρά από τα πάντα, τα απλά και τα καθημερινά, αλλά με αυτό που κυρίως χαίρεται είναι «όταν τελειώνει μια παράσταση και το κοινό φεύγει ευχαριστημένο. Χαίρομαι όταν κάνω πρόβες με τους συνεργάτες μου, αλλά και όταν βγω ένα βράδυ για φαγητό, με φίλους αγαπημένους». Οσο για την καθημερινότητά της, ζει όπως όλοι οι άνθρωποι, περνώντας στιγμές ηρεμίας, κάνοντας δουλειές του σπιτιού και ακούγοντας μουσική, πολλή μουσική – και φυσικά κλασική, την οποία αγαπάει από μικρή. «Περισσότερο, όμως, απ’ όλα, χαίρομαι όταν είμαι με τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου», καταλήγει.

Γενικότερα δεν έχει παράπονο από τη ζωή και όταν της ζητάω να μου πει κάτι που την έχει πικράνει πραγματικά στη μουσική βιομηχανία, το αποφεύγει λέγοντας πως προτιμάει να αφήνει πίσω αυτά που την έχουν πληγώσει: «Σε όλες τις δουλειές κάτι μας έχει πικράνει ή μας έχει απογοητεύσει, δεν γίνεται αλλιώς. Ομως σχεδόν τα έχω ξεχάσει όλα και κρατάω μόνο τις όμορφες στιγμές που έχω εισπράξει από τη δουλειά μου. Και, πιστέψτε με, είναι πάρα πολλές…». Οσο για το αν έχει μια κρυφή προσδοκία ή επιθυμία που δεν έχει ακόμα πραγματοποιηθεί: «Η επιθυμία μου είναι να είμαι υγιής, όπως και όλος ο κόσμος, και να ευχαριστούμε τον Κύριο για την κάθε ημέρα που μας χαρίζει».

protothema.gr

ΝΑΥΠΛΙΟ: Πήδηξε από το πλοίο .. Αποχωρεί από την παράταξη “ΚΩΣΤΟΥΡΟΥ” ο γιατρός Βασίλης Βασιλόπουλος

Κυψέλη: Ο δράστης μαχαίρωσε με μανία περισσότερες από έξι φορές την 36χρονη